- επιδεδανεικότων
- ἐπιδεδανεικότωνἐπιδανείζωlend money on property already mortgaged: perf part act masc /neut gen pl
Morphologia Graeca. 2013.
Morphologia Graeca. 2013.
ἐπιδεδανεικότων — ἐπιδανείζω lend money on property already mortgaged perf part act masc/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
επιδανείζω — ἐπιδανείζω (Α) δανείζω χρήματα ενυποθηκεύοντας κτήμα («μετοίκων δέ τινων ἐπιδεδανεικότων ἐπὶ κτήμασιν», Αριστοτ.) … Dictionary of Greek